γραμματεύω

γραμματεύω
(AM γραμματεύω) [γραμματεύς]
1. είμαι γραμματέας
2. εκτελώ χρέη γραμματέα.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • γραμματεύω — to be secretary pres subj act 1st sg γραμματεύω to be secretary pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γραμματεύω — γραμμάτευσα, είμαι γραμματέας ή ασκώ καθήκοντα γραμματέα: Στη συνέλευση κανείς δε δέχτηκε να γραμματεύσει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γραμματεύοντα — γραμματεύω to be secretary pres part act neut nom/voc/acc pl γραμματεύω to be secretary pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεγραμματευκέναι — γραμματεύω to be secretary perf inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεγραμματευκόσι — γραμματεύω to be secretary perf part act masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεγραμματευκώς — γραμματεύω to be secretary perf part act masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γραμματεῦσαι — γραμματεύω to be secretary aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γραμματεύειν — γραμματεύω to be secretary pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γραμματεύων — γραμματεύω to be secretary pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γραμματεύωσιν — γραμματεύω to be secretary pres subj act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”